Η Ιστορία της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη, η «μητρόπολις της Μακεδονίας» σύμφωνα με τον Στράβωνα, η «πρώτη μετά την πρώτην» ή η «συμβασιλεύουσα» πόλη των βυζαντινών πηγών, η «συμπρωτεύουσα» της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια, έχει συμπληρώσει ήδη είκοσι τρεις αιώνες αδιάλειπτης ιστορικής παρουσίας. Ιδρύθηκε το 316 π.Χ. από τον βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο, ο οποίος συνοίκισε είκοσι έξι μικρές πόλεις και κώμες της περιοχής, παράλιες και μεσόγειες. Η νέα πόλη, στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, έχοντας στον νότο της τη θάλασσα, στα ανατολικά-βορειοανατολικά το όρος Χορτιάτη, στα βόρεια χαμηλότερα υψώματα και στα βορειοδυτικά-δυτικά μία μεγάλη και εύφορη πεδιάδα, κατείχε προνομιακή γεωγραφική θέση: ήταν φυσικά οχυρωμένη, διέθετε ένα ασφαλέστατο λιμάνι, το οποίο συνέδεε την ενδοχώρα της Μακεδονίας με το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, ενώ βρισκόταν ανάμεσα σε χερσαίους δρόμους που οδηγούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Έτσι, η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε πολύ σύντομα – ήδη από την πρώιμη-μέση ελληνιστική περίοδο – σε σπουδαίο εμπορικό κόμβο και σε αξιόλογη στρατιωτική-ναυτική βάση. Στις κατοπινές εποχές και σε όλη τη διάρκεια των αιώνων από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η πόλη – σε συνδυασμό με ποικίλους ιστορικούς παράγοντες και τα ευνοϊκά γεωπολιτικά δεδομένα – δεν έπαψε ποτέ να αναπτύσσεται, να αποτελεί μητροπολιτικό κέντρο και σταυροδρόμι μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού κόσμου, να είναι τόπος συνάντησης και αλληλεπίδρασης διαφορετικών λαών, θρησκειών και πολιτισμών, να παίζει ηγεμονικό ρόλο στις πολιτικές, στρατιωτικές, διοικητικές, οικονομικές, εμπορικές, καλλιτεχνικές και πνευματικές εξελίξεις και δραστηριότητες.
Στη ρωμαϊκή εποχή η Θεσσαλονίκη έγινε η έδρα ενός εκτεταμένου διοικητικού διαμερίσματος, της Επαρχίας της Μακεδονίας (provincia Macedonia), το οποίο περιελάμβανε, εκτός από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Ιλλυρία και άλλα εδάφη που απλώνονταν από τον Έβρο ως τα παράλια της νότιας Αδριατικής. Η πόλη αποτέλεσε τον σημαντικότερο σταθμό της Εγνατίας οδού (via Egnatia), του περίφημου στρατιωτικού οδικού άξονα που ξεκινούσε από το Δυρράχιο και κατέληγε στον Έβρο, συνδέοντας τις δυτικές με τις μικρασιατικές κτήσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στο μεταίχμιο του 3ου προς τον 4ο αιώνα μ.Χ. o Καίσαρας Γαλέριος, ένας από τους τέσσερις ηγεμόνες του αχανούς ρωμαϊκού κράτους και, πιο συγκεκριμένα, ο διοικητής της βαλκανικής χερσονήσου, αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, ορίζοντάς την πρωτεύουσα της επαρχίας του.
Το 322-323 μ.Χ. κατασκευάστηκε στο νοτιοδυτικό άκρο της Θεσσαλονίκης από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ένα τεχνητό λιμάνι, το οποίο αναμφίβολα συνετέλεσε καθοριστικά στην πρόοδο και στην ευρωστία της πόλης. Την ίδια εποχή πραγματοποιήθηκε η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και άρχισε ουσιαστικά η μακραίωνη βυζαντινή περίοδος. Σε ολόκληρη τη διάρκειά της η Θεσσαλονίκη υπήρξε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της βυζαντινής αυτοκρατορίας και το σπουδαιότερο αστικό κέντρο του ευρωπαϊκού της τμήματος. Παρά τις αλλεπάλληλες και επανειλημμένες πολιορκίες (και ενίοτε εκπορθήσεις) που γνώρισε από διάφορους επιδρομείς (Γότθους, Αβάρους, Σλάβους, Σαρακηνούς, Βουλγάρους, Άραβες, Καταλανούς, Νορμανδούς, Φράγκους και Οθωμανούς), παρά τις βαθιές οικονομικές κρίσεις, τις σκληρές δυναστικές διαμάχες, τις σοβαρές κοινωνικές αντιπαραθέσεις και τις έντονες θρησκευτικές έριδες, η βυζαντινή Θεσσαλονίκη κατάφερε να διατηρήσει τη ζωτικότητα και τη δυναμική της, την αίγλη της και την παραγωγικότητά της. Οι εξωτερικοί εχθροί και οι εσωτερικές δοκιμασίες ουδέποτε κατόρθωσαν να ανακόψουν την πολιτιστική δημιουργία της πόλης, η οποία από τα παλαιοχριστιανικά έως τα υστεροβυζαντινά χρόνια παρέμεινε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Στις 29 Μαρτίου του 1430 η Θεσσαλονίκη αλώθηκε οριστικά από τους Τούρκους και ένα καινούργιο, μεγάλο κεφάλαιο άνοιξε στην ιστορία της. Στα 480 περίπου χρόνια δουλείας και κατοχής που ακολούθησαν η πόλη απέκτησε τη φυσιογνωμία ενός ισλαμικού κέντρου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, χωρίς όμως να χάσει τον αστικό της χαρακτήρα. Σε μία εποχή που άλλοτε ανθηρές βυζαντινές πόλεις μετατράπηκαν, μετά το πέρασμά τους στην τουρκοκρατία, σε καχεκτικές κωμοπόλεις, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης – παρά τις δημογραφικές αναταράξεις που σημειώθηκαν κατά καιρούς – σταδιακά αυξήθηκαν. Η βαθμιαία άνοδος του πληθυσμού συνοδεύτηκε από μία ριζική και τεράστια μεταβολή στην εθνική-θρησκευτική σύνθεση της πόλης: στη Θεσσαλονίκη, όπως ήταν φυσικό, εγκαταστάθηκαν πολυάριθμοι μουσουλμάνοι, αλλά και χιλιάδες Εβραίοι φυγάδες που κατέφτασαν κυρίως από την ιβηρική και τη νότια ιταλική χερσόνησο. Στο κοσμοπολίτικο και πολυεθνικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε στην πόλη μετά τον 15ο αιώνα η ελληνορθόδοξη κοινότητα μπορεί συχνά να απειλήθηκε και να δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, εντούτοις δεν εκφυλίστηκε, ούτε διχάστηκε επικίνδυνα, παραμένοντας όχι μόνο ζωντανή, αλλά και ακμαία.
Με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον τουρκικό ζυγό στις 26 Οκτωβρίου του 1912 εγκαινιάστηκε η σύγχρονη περίοδος της μακρόχρονης ιστορίας της πόλης. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η Θεσσαλονίκη πέρασε από το παλιό στο νέο, γνωρίζοντας σωρεία αλλαγών σε πολλούς και ποικίλους τομείς και επίπεδα, εξακολούθησε, ωστόσο, να αποτελεί μία πολυάνθρωπη και πολύβουη μεγαλούπολη με ένα ξεχωριστό χρώμα και μία ιδιαίτερη ταυτότητα. Στην αυγή πλέον του 21ου αιώνα η μακεδονική πρωτεύουσα, ανταποκρινόμενη και προσαρμοζόμενη σε καταστάσεις και συνθήκες που διαρκώς διαφοροποιούνται, πορεύεται προς το μέλλον, με το παρελθόν της όμως να είναι έκδηλο χάρη στο πλήθος των μνημείων που σώζονται διάσπαρτα εντός του σημερινού αστικού ιστού: ελληνιστικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες, βυζαντινές εκκλησίες με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, επιβλητικά αρχιτεκτονήματα όπως τείχη, πύργοι και φρούρια, οθωμανικά τζαμιά και λουτρά, ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε πολυώροφες πολυκατοικίες, αντιπροσωπεύουν διαχρονικά ετερόκλιτους πολιτισμούς και καθιστούν την πόλη της Θεσσαλονίκης ως ένα ιδιότυπο και μοναδικό «ανοιχτό» μουσείο τέχνης.

Greek