Ροτόντα

Overview

Era: 
Ρωμαϊκή εποχή
Type: 
Ναοί
Culture: 
Κλασσικά μνημεία
Century: 
3ος
Latitude: 
40.633219
Longitude: 
22.952766

Στη συμβολή των οδών Δημητρίου Γούναρη και Φιλίππου, εκατό περίπου μέτρα επάνω από την Καμάρα και στον ίδιο άξονα με αυτή, υψώνεται η λεγόμενη Ροτόντα, ένα από τα αρχαιότερα και επιβλητικότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Το κτήριο οφείλει την ονομασία του στο κυκλικό του σχήμα· πρόκειται για ένα περίκεντρο οικοδόμημα εσωτερικής διαμέτρου 24.5 μ. και ύψους 29.8 μ., με μεγάλο ημισφαιρικό θόλο στην οροφή του, ο οποίος εξωτερικά καλύπτεται από κωνική στέγη. Εντός του μνημείου, στη βάση του κυλινδρικού του τοίχου, ανοίγονται οκτώ μεγάλες τετράγωνες κόγχες που σκεπάζονται με καμάρες, καθώς και οκτώ μικρότερες κόγχες που μοιάζουν με ναΐσκους.

Η ανέγερση της Ροτόντας τοποθετείται γύρω στο 300 μ.Χ.· πραγματοποιήθηκε από τον Καίσαρα Γαλέριο, έναν από τους τέσσερις ηγεμόνες του αχανούς ρωμαϊκού κράτους και διοικητή των Βαλκανίων, ο οποίος στα τέλη του 3ου αιώνα επέλεξε ως τόπο διαμονής του και ως έδρα της επαρχίας του τη Θεσσαλονίκη. Για τον προορισμό του κτηρίου έχουν διατυπωθεί δύο βασικές απόψεις: σύμφωνα με την πρώτη, το οικοδόμημα δημιουργήθηκε προκειμένου να χρησιμεύσει ως μαυσωλείο του Γαλερίου, ο οποίος όμως πέθανε και ενταφιάστηκε μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Κατά την άλλη εκδοχή, που είναι και η επικρατέστερη, το μνημείο είχε λατρευτική χρήση και ήταν ένας ναός αφιερωμένος στους Καβείρους ή στον Δία. Χωρίς αμφιβολία, το κτίσμα αποτελούσε τμήμα του τεράστιου ανακτορικού συγκροτήματος του Γαλερίου που αναπτυσσόταν στο νοτιοανατολικό κομμάτι της ρωμαϊκής πόλης.

Στην παλαιοχριστιανική περίοδο, ίσως στα χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395), η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, πιθανότατα προς τιμή των Ασωμάτων ή των Αρχαγγέλων, γνωρίζοντας μεγάλης κλίμακας προσθήκες και τροποποιήσεις, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας θρησκείας. Στην ανατολική πλευρά του κτηρίου προσαρτήθηκε ένας ορθογώνιος χώρος με ημικυκλική αψίδα (Ιερό Βήμα), στη δυτική διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα, στη νότια προστέθηκαν δύο παρεκκλήσια, ενώ γύρω από το μνημείο κατασκευάστηκε μία κλειστή στεγασμένη κυκλική στοά. Επιπλέον, το οικοδόμημα διακοσμήθηκε με λαμπρής τέχνης και εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτά, τα οποία μάλιστα είναι τα αρχαιότερα ψηφιδωτά τοίχου της Ανατολής, έργα ενός σπουδαίου καλλιτεχνικού εργαστηρίου της Θεσσαλονίκης.

Η Ροτόντα υπήρξε από το 1523 έως το 1591 ο μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης, ενώ το 1591 κατελήφθη από τους Τούρκους και μεταβλήθηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Η τουρκοκρατία δεν επέφερε σοβαρές αλλοιώσεις στο κτήριο, άφησε όμως τα σημάδια της, με χαρακτηριστικότερο τον μιναρέ που κτίστηκε στη δυτική πλευρά, τον μοναδικό που σώζεται σήμερα στην πόλη. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 το οικοδόμημα αποδόθηκε και πάλι στη χριστιανική λατρεία, ενώ το 1917 με διάταγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου μετατράπηκε σε «Μακεδονικόν Μουσείον». Έκτοτε, η Ροτόντα χρησιμοποιούνταν ως εκθεσιακός και μουσειακός χώρος, ενώ περιστασιακά λειτουργούσε και ως ναός. Οι σεισμοί που έπληξαν την πόλη το 1978 προξένησαν σοβαρές φθορές και βλάβες στο μνημείο, οι οποίες ανέστειλαν οποιαδήποτε χρήση του και επέβαλαν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης και αναστήλωσης. Η Ροτόντα είναι γνωστή σήμερα και ως «Άγιος Γεώργιος», ονομασία που οφείλεται στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, το οποίο βρίσκεται απέναντι από τη δυτική πύλη του περιβόλου του κτηρίου.