Τείχη

Overview

Type: 
Τείχη
Century: 
19ος
Latitude: 
40.642435
Longitude: 
22.954922

Η πόλη της Θεσσαλονίκης, από την ίδρυσή της στην ελληνιστική περίοδο μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, οργανώθηκε και αναπτύχθηκε εντός των τειχών της, τα οποία αφενός την προστάτευαν από τους επίδοξους κατακτητές της, αφετέρου αποτελούσαν το σύνορο μεταξύ του αστικού χώρου από τη μία και του αγροτικού χώρου από την άλλη. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος, ιδρυτής της Θεσσαλονίκης, φρόντισε να οχυρώσει τη νέα πόλη με αμυντικό περίβολο, ο οποίος διατηρήθηκε και στη ρωμαϊκή εποχή. Ερειπωμένα τμήματά του επιδιορθώθηκαν γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. κάτω από την πίεση αναμενόμενων εχθρικών επιθέσεων, ενώ γύρω στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο επαπειλούμενος κίνδυνος από Γότθους επιδρομείς, κατασκευάστηκε μονό τείχος με τετράγωνους πύργους αξονικά τοποθετημένους. Μετά τα τέλη του 3ου αιώνα τα τείχη της Θεσσαλονίκης ενισχύθηκαν κατά καιρούς εκεί όπου ήταν περισσότερο ευάλωτα, είτε λόγω του μικρού τους πάχους είτε εξαιτίας του χαμηλού τους ύψους. Στα τέλη του 4ου αιώνα και στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ πραγματοποιήθηκαν στην πόλη εκτεταμένα και επιβλητικά οχυρωματικά έργα. Στα κατοπινά χρόνια ο αμυντικός περίβολος ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο, με συνέπεια στα μέσα του 7ου αιώνα να είναι εξαιρετικά συμπαγής και να διαθέτει πύργους σε πολύ πυκνά διαστήματα, γεγονός που καθιστούσε τη Θεσσαλονίκη πραγματικά απόρθητη από την ξηρά. Είναι αυτονόητο ότι στους αιώνες που ακολούθησαν οι σεισμοί και οι επιδρομές δημιούργησαν την ανάγκη πολλών και συνεχών επιδιορθώσεων και επεμβάσεων στην οχύρωση. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1430 διαμορφώθηκαν σε κομβικά σημεία στην περίμετρο των τειχών μεγάλοι πύργοι και οχυρά φρούρια, όπως ο Λευκός Πύργος και το Φρούριο του Επταπυργίου.

Τα τείχη της Θεσσαλονίκης περιέβαλλαν την πόλη και στις τέσσερις πλευρές της (ανατολική, δυτική, νότια και βόρεια), έχοντας σχήμα τραπεζίου και συνολικό μήκος περίπου 8 χιλιόμετρα. Το ύψος τους, κατά μέσο όρο, κυμαινόταν μεταξύ 10 και 12 μ. και το πάχος τους άγγιζε τα 5 μ. Στα πεδινά τμήματα της πόλης, τα οποία ήταν περισσότερο ευπρόσβλητα, ο αμυντικός περίβολος διέθετε προτείχισμα και ισχυρούς τριγωνικούς προβόλους. Στις πλαγιές του λόφου κατασκευάστηκαν κυρίως ορθογώνιοι πύργοι. Στη νοτιοδυτική πλευρά των τειχών βρισκόταν ένα μεγάλο τεχνητό λιμάνι, το οποίο δημιουργήθηκε στον 4ο αιώνα από τον Μέγα Κωνσταντίνο, ενώ στη βορειοανατολική πλευρά τους ήταν προσκολλημένη η Ακρόπολη, η οποία έφερε ξεχωριστή οχύρωση αποτελούμενη από τριγωνικούς προβόλους που εναλλάσσονταν με ορθογώνιους πύργους. Οι κύριες πύλες εισόδου στη Θεσσαλονίκη ήταν τέσσερις: δύο ανοίγονταν στο δυτικό τείχος, η Χρυσή Πύλη και η Ληταία Πύλη, και δύο διαμορφώνονταν στο ανατολικό τείχος, η Κασσανδρεωτική Πύλη (ή Πύλη της Καλαμαρίας) και η Νέα Χρυσή Πύλη. Μικρότερες πύλες υπήρχαν και σε άλλα σημεία της οχύρωσης, οι οποίες εξυπηρετούσαν στρατιωτικές κυρίως ανάγκες. Το 1873, στο πλαίσιο του εξωραϊσμού της πόλης από τους Τούρκους, ξεκίνησε η συστηματική κατεδάφιση μεγάλων τμημάτων των τειχών, με το νότιο τείχος – το λεγόμενο θαλάσσιο (καθώς αναπτυσσόταν στην πλευρά της θάλασσας) – να καταστρέφεται ολοσχερώς. Ωστόσο, σήμερα τα τείχη της Θεσσαλονίκης σώζονται σε μήκος 4 περίπου χιλιομέτρων και συνθέτουν ένα εντυπωσιακό οικοδομικό σύνολο.